Το όραμα και οι θέσεις για την Περιβαλλοντική Εκπαίδευση (ΠΕ) διατυπώθηκαν στη "Χάρτα του Βελιγραδίου" το 1975, αυτά υιοθετήθηκαν στη συνέχεια από τις κυβερνήσεις στη Διακυβερνητική Διάσκεψη της Τιφλίδας, το 1977. Η Διάσκεψη της Τιφλίδας αποτελεί την πρώτη διακυβερνητική Διάσκεψη που συνήλθε στον κόσμο ειδικά για την ΠΕ και από την οποία προέκυψε η Διακήρυξη της Τιφλίδας, ένα κείμενο αναφοράς για όλες τις εργασίες που ακολούθησαν μέχρι σήμερα. Έτσι, ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του 70 είχαν αναγνωρισθεί οι βασικές διαστάσεις της ΠΕ ως εξής: - Εκπαίδευση σχετικά με το περιβάλλον, που εστιάζεται σε γνωστικούς στόχους. Αποσκοπεί στην απόκτηση γνώσεων και δεξιοτήτων και την κατανόηση γύρω από το αντικείμενο "περιβάλλον" καθώς και των σχετικών με αυτών εννοιών και ζητημάτων. - Εκπαίδευση μέσα & από το περιβάλλον, η οποία αναφέρεται σε εκτός τάξης παιδαγωγικές διαδικασίες όπου το πεδίο είναι στόχος και εργαλείο για την καλλιέργεια της Περιβαλλοντική Εκπαίδευση Το Πρόγραμμα Εκπαίδευση για την Αειφόρο Ανάπτυξη Ενέργεια γνώσης, για την απόκτηση άμεσων εμπειριών και την ανακάλυψη συναισθημάτων. Μέσα από τα βιώματα στο περιβάλλον, φυσικό και ανθρωπογενές, διεγείρεται το ενδιαφέρον και δημιουργούνται οι κατάλληλες προϋποθέσεις για την καλλιέργεια γνώσεων, δεξιοτήτων και συναισθημάτων. - Εκπαίδευση για το περιβάλλον, που στοχεύει στην ανάπτυξη μιας συνειδητής στάσης και συμπεριφοράς υπέρ του περιβάλλοντος. Έχει σχέση με τη διαμόρφωση στάσεων και την υιοθέτηση αξιών που οδηγούν στην ανάπτυξη ενός προσωπικού περιβαλλοντικού ήθους, στη συμμετοχή στην υπεύθυνη διαχείριση των φυσικών πόρων και του περιβάλλοντος και σε δράσεις για την διατήρηση καλής ποιότητας περιβάλλοντος και ζωής. Ήδη από τα Συνέδρια στο Βελιγράδι, το 1975 και την Τιφλίδα, το 1977, η ΠΕ αναγνωρίστηκε ως αναπόσπαστο μέρος της συνολικής εκπαιδευτικής διαδικασίας για την επίλυση των περιβαλλοντικών προβλημάτων με την ενεργή συμμετοχή της κοινωνίας των πολιτών. Το όραμα και οι στόχοι της Τιφλίδας ενσωμάτωσαν ένα ευρύ φάσμα περιβαλλοντικών, κοινωνικών, ηθικών, οικονομικών και πολιτιστικών στόχων και διαστάσεων της ΠΕ που είναι θεμελιώδεις για την αρκετά μεταγενέστερη έννοια της "Εκπαίδευσης για την Αειφόρο Ανάπτυξη". Οι βασικές αρχές της Διακήρυξης κατέστησαν δυνατό τον προσδιορισμό των στόχων και των κατευθυντήριων αρχών των προγραμμάτων ΠΕ και την ανάληψη σχετικής δράσης σε εθνικό και διεθνές επίπεδο καθώς μετουσιώθηκαν σε εκπαιδευτικές πολιτικές σε πολλές χώρες του κόσμου, αν και η μετέπειτα εφαρμογή τους σε σχολικό επίπεδο αποδείχτηκε πολύ δυσκολότερη. Δέκα χρόνια μετά τη διάσκεψη της Τιφλίδας και παρά την αυξανόμενη ανησυχία για τα περιβαλλοντικά προβλήματα και τις προσπάθειες που κατέβαλαν πολλές χώρες, η υποβάθμιση του περιβάλλοντος συνεχιζόταν. Τα προβλήματα ρύπανσης σε παγκόσμιο και τοπικό επίπεδο αυξήθηκαν, οι περιβαλλοντικοί κίνδυνοι πολλαπλασιάστηκαν, το πρόβλημα της φτώχειας επιδεινώθηκε και το χάσμα μεταξύ αναπτυγμένων και αναπτυσσόμενων χωρών διευρυνόταν. Οι προκλήσεις αυτές διατυπώθηκαν κατά τη διάρκεια του διεθνούς συνεδρίου για την "ΠΕ & την Κατάρτιση" στη Μόσχα (1987 ) που διοργανώθηκε στο πλαίσιο του ΔΠΠΕ και όπου επαναβεβαιώθηκαν οι στόχοι και οι αρχές της ΠΕ όπως είχαν διατυπωθεί στην Τιφλίδα (Scoullos, 1987). Παράλληλα, είχε αρχίσει να διαμορφώνεται μία νέα προβληματική για "ένα νέο είδος ανάπτυξης", για τους " νέους στόχους για την ανάπτυξη" και για τον "επαναπροσδιορισμό της ανάπτυξης" (UNESCO-UNEP, 1987). Ήδη από τα μέσα του 1980 άρχισε να χρησιμοποιείται όλο και περισσότερο ο όρος "αειφόρος ανάπτυξη" (ΑΑ). Στην έκθεση-ορόσημο της διεθνούς Επιτροπής για το Περιβάλλον και την Ανάπτυξη με τίτλο "Το Κοινό μας Μέλλον" η έννοια της αειφόρου ανάπτυξης αποδόθηκε ως: "η μορφή εκείνη της ανάπτυξης που ικανοποιεί τις ανάγκες της παρούσας γενιάς χωρίς να υποθηκεύει την ικανότητα των μελλοντικών γενεών να καλύψουν τις δικές τους ανάγκες". Για την προώθηση της ΑΑ άρχισε να αναπτύσσεται κοντά στις ρίζες της ΠΕ η "Εκπαίδευση για την Αειφόρο Ανάπτυξη" (ΕΑΑ) μέσα από τις προσπάθειες διαφόρων ομάδων και φορέων τόσο μεμονωμένων υπουργείων, όσο και διακυβερνητικών και μη κυβερνητικών οργανώσεων. Παράλληλα, στις δεκαετίες του 80 και 90 αναπτύχθηκαν διάφορες στοχευμένες μορφές εκπαίδευσης όπως η Εκπαίδευση για την Ανάπτυξη, η Εκπαίδευση για την Ειρήνη και τα Ανθρώπινα Δικαιώματα, η Αγωγή του Πολίτη, η Αγωγή Υγείας, η Εκπαίδευση για τις Γυναίκες, η Διαπολιτιστική Εκπαίδευση, κ.α. (Scoullos & Malotidi, 2004). Το 1997 , πέντε χρόνια μετά το Ρίο, πραγματοποιήθηκε στη Θεσσαλονίκη το διεθνές συνέδριο: "Περιβάλλον και Κοινωνία: Εκπαίδευση και Ευαισθητοποίηση των Πολιτών για τη Αειφορία" . Στόχος ήταν να αναδειχθεί ο αποφασιστικής σημασίας ρόλος της εκπαίδευσης στην επίτευξη της αειφορίας και να εξεταστεί η σημαντική  συμβολή της ΠΕ στην κατεύθυνση αυτή. "....Η ΠΕ όπως αναπτύχθηκε στο πλαίσιο των Προτάσεων της Τιφλίδας και όπως έχει εξελιχθεί από τότε, ενασχολούμενη με όλο το εύρος των παγκοσμίων θεμάτων που συμπεριλαμβάνονται στην Agenda 21 και στις κύριες Διασκέψεις των Ηνωμένων Εθνών, αναφέρεται επίσης και ως εκπαίδευση για την αειφορία". Στο πλαίσιο αυτής της "Εκπαίδευσης για την Αειφορία" ενσωματώθηκαν  τα θέματα της περιβαλλοντικής υποβάθμισης, της φτώχιας, της επισιτιστικής ασφάλειας, των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, της ειρήνης. Μετά τη Θεσσαλονίκη έγινε σαφές ότι η αειφορία απαιτεί κάτι περισσότερο από την απλή ενσωμάτωση των κοινωνικών, οικολογικών και πολιτισμικών παραγόντων, όπως υφίστανται και διαμορφώνονται στη σύγχρονη πραγματικότητα. Έχει σχέση με τη διαμόρφωση μιας νέας λογικής σύμφωνα με την οποία οι διαδικασίες αυτές παύουν να είναι αντικρουόμενες, λειτουργώντας σε ένα ψεύτικο δίλημμα μεταξύ του φυσικού περιβάλλοντος και της  ανάπτυξης , αλλά λειτουργούν, όσο το δυνατόν, ως ενιαίο σύνολο δυνάμεων συνέργιας. Προς αυτή την κατεύθυνση η εκπαίδευση μπορεί να καλλιεργήσει νέες σχέσεις μεταξύ εκπαιδευτικών και αναπτυξιακών πολιτικών . Η αειφόρος ανάπτυξη θα έπρεπε να περιορίζει το μακρύ χέρι της αγοράς στα όριά της. Έτσι, οι στρατηγικές για την προώθηση της ΕΑΑ δεν θα πρέπει να απομονώνουν το ενδιαφέρον για το περιβάλλον από το μέλημα για την ανάπτυξη, ούτε να εντάσσουν τις αποφάσεις για την οικονομική ανάπτυξη ή την προστασία του περιβάλλοντος αποκλειστικά στη σφαίρα της επιστήμης απομονώνοντας αυτές από τα σχετικά ηθικά ζητήματα και αξίες. Στην ουσία η ΕΑΑ θα πρέπει να επανενώσει τα ουσιώδη αλλά διάσπαρτα κομμάτια "ζωής", ώστε η ανάπτυξη να μη θεωρείται πλέον ως οικονομικό και μόνο ζήτημα ή ως μόνιμος περιβαλλοντικός κίνδυνος, αλλά ως σύνολο ορθολογικών και ηθικών επιλογών που στηρίζονται στο όραμα του αειφόρου μέλλοντος (Παπαδημητρίου, 1999). Τα συμπεράσματα της Διάσκεψης Κορυφής για την Αειφόρο Ανάπτυξη στο Γιοχάνεσμπουργκ (2002) αναφέρονται πλέον σαφώς στον όρο "Εκπαίδευση για την Αειφόρο Ανάπτυξη" (ΕΑΑ) και τονίζουν την ανάγκη της ενσωμάτωσης της διάστασης της αειφόρου ανάπτυξης στα εκπαιδευτικά συστήματα όλων των βαθμίδων, προκειμένου να αναδειχθεί ο σημαντικός ρόλος της εκπαίδευσης ως ουσιώδους παράγοντα αλλαγής προς την αειφορία. Στο Γιοχάνεσμπουργκ προτάθηκε επίσης η ανακήρυξη από τον ΟΗΕ της "Δεκαετίας των Ηνωμένων Εθνών για την Εκπαίδευση Αειφόρο Ανάπτυξη, 2005-2014", η οποία ψηφίστηκε ομόφωνα από τη Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ λίγους μήνες αργότερα. H Δεκαετία στοχεύει στην προαγωγή της εκπαίδευσης ως βάση μιας βιώσιμης κοινωνίας και στη διάχυση των αρχών της αειφόρου ανάπτυξης σε όλες τις μορφές της (τυπική και μη τυπική) και τα συστήματα της εκπαίδευσης. Η UNESCO είναι ο συντονιστής αυτής της παγκόσμιας πρωτοβουλίας και σε συνεργασία με ένα μεγάλο αριθμό οργανισμών, κυβερνητικών και μη, από όλο τον κόσμο, συνέταξε το "Σχέδιο για τη Διεθνή Εφαρμογή της Δεκαετίας" που αποτελεί κείμενο-αναφοράς για την εκπαίδευση στον 21ο αιώνα (UNESCO, 2005) "... η αειφόρος ανάπτυξη έχει ίσως περισσότερο ηθικό περιεχόμενο παρά επιστημονικό: συνδέεται τόσο με τις έννοιες της ειρήνης, των ανθρώπινων δικαιωμάτων και της δικαιοσύνης όσο και με τις θεωρίες της οικολογίας και τα περιβαλλοντικά προβλήματα. Μολονότι έχει σχέση με τις φυσικές επιστήμες, την οικονομική επιστήμη και τις πολιτικές που εφαρμόζονται, είναι πρωτίστως ζήτημα πολιτισμού: αφορά στις αξίες που οι άνθρωποι έχουν και τους τρόπους με τους οποίους αντιλαμβάνονται τη σχέση τους με το περιβάλλον, φυσικό και κοινωνικό. Επιπλέον, προϋποθέτει την αποδοχή και αναγνώριση της αλληλεξάρτησης μεταξύ των ανθρώπων και του φυσικού περιβάλλοντος γεγονός που σημαίνει ότι δεν πρέπει να επιδιώκεται η επίτευξη κανενός κοινωνικού ή περιβαλλοντικού στόχου σε βάρος των άλλων. Για παράδειγμα, δεν είναι δυνατόν να εξασφαλιστεί η προστασία του περιβάλλοντος όταν οι μισοί κάτοικοι του πλανήτη ζουν σε συνθήκες φτώχιας... δεν μπορεί να υπάρξει μακροπρόθεσμη και βιώσιμη  ανάπτυξη σε ένα πλανήτη στο οποίο έχουν εξαντληθεί οι φυσικοί πόροι" Παρνασσός Στον Ναό της Ευαγγελίστριας Στον Παρνασσό Δύσκολο πρωινό ξύπνημα. Τριήμερη Εκπαιδευτική Επίσκεψη στο Κέντρο Περιβαλλοντικής Εκπαίδευσης Άμφισσας για το Πρόγραμμα Περιβαλλοντικής Εκπαίδευσης του 2ου Γυμνασίου Βούλας